Post content
τοῖος ἔα ἐν πολέμῳ· ἔργον δέ μοι οὐ φίλον ἔσκεν οὐδ᾽ οἰκωφελίη, ἥ τε τρέφει ἀγλαὰ τέκνα, ἀλλά μοι αἰεὶ νῆες ἐπήρετμοι φίλαι ἦσαν καὶ πόλεμοι καὶ ἄκοντες ἐΰξεστοι καὶ ὀϊστοί, λυγρά, τά τ᾽ ἄλλοισίν γε καταριγηλὰ πέλονται. αὐτὰρ ἐμοὶ τὰ φίλ᾽ ἔσκε τά που θεὸς ἐν φρεσὶ θῆκεν· ἄλλος γάρ τ᾽ ἄλλοισιν ἀνὴρ ἐπιτέρπεται ἔργοις. Τέτοιαν αξιά είχα εγώ στον πόλεμο΄ τη γη δεν τη γνοιαζόμουν κι ουδέ το σπίτι, που προκόβοντας τρανά παιδιά ανασταίνει' εμένα ο νους μου πάντα στ᾿ άρμενα και στα κουπιά γυρνούσε και στους πολέμους, στα καλόξυστα κοντάρια, στις σαγίτες, που ειν᾿ όλο αγριότη και θωρώντας τα τα τρέμουν οι άλλοι ανθρώποι. Αυτά ο θεός ωστόσο μου 'βαζε στα φρένα, αυτά μου άρεσαν κάθε άνθρωπος και με άλλη χαίρεται μαθές δουλειά στον κόσμο. Был таким я в боях. Полевых же работ не любил я, Как и домашних забот, процветание детям несущих. Многовесельные были всегда корабли мне желанны, Битвы, и гладкие копья, и острые медные стрелы. Грозные ужасы эти, других приводящие в трепет, — Мне они нравились. Боги любовь к ним вложили мне в сердце. Люди несходны: те любят одно, а другие — другое. Οδύσσεια